Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Ο Μπούμπης


Όπως όλα τα παιδάκια, μικρή λύσσαγα να μου πάρουν σκύλο. Ήθελα επίσης γάτα, κουνέλι, χάμστερ, ινδικό χοιρίδιο, ένα φίδι, και παροδικά μια μαϊμού. Αν ήταν πιο φτηνή, θα την είχα κουβαλήσει σπίτι άνετα, αλλά οι 2.500  ευρώ που την είχα βρει στο πετ σοπ στην Αθηνάς (μεγάλος πόλος έλξης τότε, με τα χυμένα στο πεζοδρόμιο εκατομμύρια κουνελάκια μικρά σαν σκιουράκια, γατάκια με πατικωμένες μουσούδες και γούνα φλοκάτη, άσπρα μικρά κουταβάκια και κάθε λογής παιδικό μου πόθο, εκεί μπροστά μου μέσα σε καλάθια λες και είναι τομάτες στη λαϊκή) ήταν εκτός βαλαντίου εκεί γύρω στα 15.

Απ'το σπίτι μας έχουν περάσει κατά καιρούς διάφορα μέρη του λόγου, τα περισσότερα τα θυμάμαι αμυδρά γιατί ήμουν μυξιάρικο. Όλα κατέληγαν σε φίλους, καθότι για ακόμα μια φορά αποδεικνυόταν ότι η οικογένεια μας ήταν παντελώς ανίκανη να φροντίσει τον εαυτό της, πόσο μάλλον ένα κατοικίδιο.  Η αλήθεια είναι ότι κάθε φορά υποσχόμασταν στους γονείς με δάκρυα και πείσμα ότι εμείς θα το φροντίσουμε και θα το κάνουμε το τέλειο κατοικίδιο και σεεεεε παρακαλώωωωω κλπ κλπ, μέχρι που λυγίζανε οι άνθρωποι και έκαναν το μοιραίο λάθος για πολλοστή φορά.
Κάτι ανεκπαίδευτα σκυλάκια που κλαίγανε και κατουρούσανε και γαβγίζανε, και αναρωτιόμασταν τι φταίει (μούτζα). Μπορώ να μετρήσω τουλάχιστον τέσσερα: ένα με μακριά αυτιά και χρυσαφί τρίχωμα που κατουρούσε συνέχεια όπου έβρισκε. Ένα μικροσκοπικό άσπρο, πιο νευρικό πεθαίνεις, που το κλείναμε στο μπάνιο για τιμωρία. Δυο υπερκινητικά κυνηγητικά, που ένας θεός ξέρει πού τα βρήκε η μαμά μου η ψυχοπονιάρα κατέληξαν σπίτι μας. Το τελευταίο το θυμάμαι, γιατί είχα αναλάβει την εκπαίδευση του με παταγώδη αποτυχία. Αποτυχία με την οποία ήρθα σε άμεση, υλική ας πούμε επαφή μια μέρα που μου κατούρησε με αγάπη το μαξιλάρι.
Ο Καζάλς, ο γάτος που υιοθετήσαμε απ'το σχολείο με ένα φίλο μου και ευτυχώς τον πήρε αυτός στον κήπο του και σώθηκε απ'το τρελοκομείο. Διάφορα καναρίνια, όλα με το όνομα Κίτσος. Τα αγαπημένα χελωνάκια της παιδικής μας ηλικίας, Ερρίκος, Φρουφρούκος και Φιρφιρίκος. Ακόμα θυμάμαι τη μέρα που ο άπονος μπαμπάς μας ανάγκασε να τα πάμε να τα αφήσουμε στη λιμνούλα του Εθνικού Κήπου για να κάνουν παρέα με τα άλλα χελωνάκια. Το χελωνάκι μου ο Αλέξης που το έπαιρνα παντού μαζί και μια μέρα το έχασα στο γκαζόν (ανάθεμα το χρώμα του γκαζόν, ας το κάνανε κόκκινο).  3 ψάρια που μου είχαν κάνει δώρο και μια μέρα πέθαναν όλα μαζί κι εγώ τα τσιμπούσα με μια οδοντογλυφίδα να δω μήπως κοιμούνται. Το χάμστερ μας η Πίγκι. Ή ο Πίγκι, δε θυμάμαι, που όταν πέθανε πήγαμε και πήραμε ένα αδερφάκι του ίδιο για να μη το πάρει χαμπάρι η μεγάλη μου αδερφή που ήταν, ας πούμε, πιο "δικό" της. Η μύγα η Τούλα, που την είχα αιχμαλωτίσει σε ένα βαζάκι με λίγη μαρμελάδα και είχαμε γίνει φίλες, μέχρι που μια μέρα γύρισα απ'το σχολείο και έλειπε ολόκληρο το βάζο, πονεμένη ιστορία. Μέχρι και κάτι σαλιγκάρια είχαμε μαζέψει κάποτε για κατοικίδια και τα ταίζαμε μαρούλι.

Όλα τα παραπάνω όμως, τα βασανισμένα κατοικίδια που έφευγαν απ΄το σπίτι αναστενάζοντας απο ευτυχία, τα νέυρα του μπαμπά ότι δεν είμαστε άξιες να φροντίσουμε ένα ζώο, η γκρίνια της μαμάς για τα κάτουρα/ τρίχες/ γαβγίσματα/ ζημιές, το ζωικό δράμα γενικώς, όλα σταμάτησαν όταν ήρθε εκείνος. Εκείνος μας άνοιξε το δρόμο για την εικόνα ζωολογικού κήπου που παρουσιάζουμε σήμερα, με συνολικά 3 σκυλιά και μια γάτα πολύ χοντρή και πολύ έξυπνη. 4 ζώα που δεν είναι περαστικά, δεν ήρθαν για να φύγουν, δεν κλείνονται στα μπάνια, είναι οικογένεια.  Εκείνος, είναι ο Μπούμπης.

Η παρακάτω χαζόφατσα (δεν φαίνεται) που τσίμπησα από μια κυρία που τον βρήκε να περιφέρεται στην Πετρούπολη όταν ήταν ενός έτους. Το πρώτο εξάμηνο νομίζαμε ότι είναι μουγκό. Δεν γάβγιζε, δεν τίποτα. Μόνο καθόταν με την ουρά στα σκέλια και ακουμπούσε το κεφαλάκι του πάνω στα πόδια μας και μας κοιτούσε, με μια θλίψη ανείπωτη. Με τον καιρό ξεθάρρεψε, γάβγισε, έπαιξε, κούνησε την ουρά, χάρηκε το χάδι χωρίς να κλαίει από παράπονο (ποιος ξέρει τι έχει περάσει, η ψυχούλα μου), έτρεξε και κυλίστηκε στο γρασίδι, κυνήγησε μια γάτα και τον έχασα και έχασα τον κόσμο, γύρισε σαν ηλίθιο πίσω σα να μην τρέχει τίποτα, κατάλαβε πότε είμαστε στεναχωρημένοι ή άρρωστοι, στάθηκε δίπλα μας με σοφία και κατανόηση (ναι, κατανόηση). Παλιά, που κάναμε πιο πολύ παρέα οι δυο μας γιατί τώρα δεν ζούμε μαζί, πολλές φορές όταν έκλαιγα κλαψούριζε κι αυτός με απορία. Τα παιδιά του Ζεββεδαίου, τα άλλα μας σκυλιά, αυτόν έχουνε πατέρα, και δεν το ξέρουν. Εάν δεν ήταν ο Μπούμπης, με τη σοφία και την καλοσύνη του, δεν θα είχαν βρει χώρο στο σπίτι.

Ο Μπούμπης είναι από αυτούς τους σκύλους που αλλάζουν γνώμη σε όσους δεν θέλουν τα σκυλιά. Παρόλο που δεν είναι ιδιαίτερα όμορφος ή τσαχπίνης. Οι περισσότεροι αμύητοι που έχουν πέσει στο δρόμο του, μετά από λίγο τον καλοκοιτάνε και λένε: "μωρέ σαν καλό είναι αυτό" και τον χαϊδεύουν με το πόδι κρυφά. Φυσικά, έχει φάει και πολύ ρατσισμό από διάφορους βλαμμένους που δεν είναι άσπρος χνουδωτός ή ράτσας.
Αλλά δεν μας νοιάζει, γιατί είμαστε ο καλύτερος σκύλος του κόσμου.

Η σκοτεινή περίοδος πριν έρθει στο σπίτι μας θα παραμείνει για πάντα άλυτο μυστήριο. Τι τον βασάνισε, πως άντεξε στο δρόμο μόνος του, πού έβρισκε φαγητό και νερό, πως την σκαπούλαρε ένα τόσο μαλθακό πλάσμα μέσα στις αγέλες σκύλων που κυκλοφορούν. Τι είναι αυτό που του άφησε τη θλίψη στα μάτια, αν φοβόταν όπως φοβάται τώρα καμιά φορά και κρύβεται πίσω μας, τι έκανε όταν δεν είχε σε κάποιου τα πόδια να κρυφτεί. Τι τρόμο βίωσε και πώς την έβγαζε στο κρύο.

Δεν μπορώ να φαντάζομαι το Μπούμπη μας πεινασμένο και φοβισμένο στο δρόμο.  Κανένα Μπούμπη. Ας μην αγοράζουμε σκυλιά από αυτούς που βλέπουν τα ματάκια τους σαν τράπεζες ευρώ και αν δεν αποδώσουν τα πετάνε στο δρόμο. Αν θέλετε ένα ζώο να σας αγαπήσει και να αγαπήσετε, σώστε ένα Μπούμπη.




Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

έγραψα ένα ποίημα







































Θα καπνίζω μέχρι να πάθω πνευμονία και θρόμβωση και να κιτρινίσουν τα νύχια μου
Το ξέρω ότι είναι βλαβερό 
Θα βγαίνω με βρεμένα μαλλιά κι όταν φυσάει
Αν θέλω
Θα κάνω παιδί πολύ μικρή ή όταν θα έχω παραμεγαλώσει
Αν μετανιώσω, δεν θα κάνω καθόλου
Αν μ’αρέσουν, θα φοράω ρούχα σκισμένα στις άκρες
Αν τα βαρεθώ θα τα ράψω χάλια
Μπορεί να φύγω για σπουδές πολύ μακριά
Και να αργήσω να γυρίσω
Ή να μη βγω απ’το σπίτι μου για μέρες ή και μήνες
Εάν το επιθυμώ
Μπορεί να χτίσω τη ζωή μου κάπου στον πλανήτη αλλού, ή στο δίπλα σπίτι
Θα γίνω, αν θέλω, επιστήμονας 
Μπορεί όμως να θέλω να πουλάω καπέλα στο νησί
Αν το θέλω, θα το κάνω
Αν θέλω θα ‘μαι ελεύθερη όσο μπορώ 
Αλλιώς με δίνω στην υπηρεσία σου όταν το θελήσω
Όσο θέλω, θα ζω

Αν δεν θέλω, θα τ’αφήσω. 

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Στο κλίμα των δυο προηγούμενων posts





Ένα κείμενο που αξίζει να διαβαστεί, κι ας είναι μεγαλούτσικο. Οι σκέψεις ενός πολύ ενδιαφέροντος κυρίου, 93 Μαϊων παρακαλώ. 





"I’ve been asking myself why I don’t think about my approaching visitor, death. He was often on my mind thirty or forty years ago, I believe, though more of a stranger. Death terrified me then, because I had so many engagements. The enforced opposite—no dinner dates or coming attractions, no urgent business, no fun, no calls, no errands, no returned words or touches—left a blank that I could not light or furnish: a condition I recognized from childhood bad dreams and sudden awakenings. Well, not yet, not soon, or probably not, I would console myself, and that welcome but then tediously repeated postponement felt in time less like a threat than like a family obligation-......"

Διαβάστε το ολόκληρο εδώ 

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Πρωταπριλιά 2

Εντάξει τώρα, είναι πολύ αστείο να πεθαίνεις πρωταπριλιά.  Όχι αστείο. Λάθος χαρακτηρισμός.  Είναι κάπως οξύμωρο όμως.
Τις μέρες πριν συμβεί ΑΥΤΟ ήθελα να πάω να την δω στην Πάτρα, στο νοσοκομείο που μπήκε ξαφνικά. Μέχρι που έπεσε σε κώμα δε νομίζαμε ότι ήταν κάτι σοβαρό. Και τι είναι σοβαρό δηλαδή τελικά; Περίμενα το ρεπό. Καινούρια δουλειά. Κωλορεπό. Αν έκανα οποιαδήποτε άλλη δουλειά θα είχα ρεπό Σ/Κ, οι κανονικοί άνθρωποι έχουν ρεπό Σαββατοκύριακο. Στο θέατρο όμως το ρεπό είναι Δευτέρα και μέχρι να έρθει η Δευτέρα είχε έρθει ο θάνατος πρώτος και την είχε πάρει ένα απόγευμα μετά την πρόβα που ήμουν με τον Κωνσταντίνο έξω από ένα σουβλατζίδικο και πηγαίναμε σπίτι.
Κι έτσι δεν πρόλαβα να της πω πολλά πράγματα που θα ήθελαν φαντάζομαι όλοι οι άνθρωποι να πουν σε κάποιον που αγαπούν πολύ και ξέρουν ότι δεν θα ξαναδούν, όπως ας πούμε τι ωραία που έκανε την τυρόπιτα και πως θυμάμαι που μου έφτιαχνε σοκολατένιο γάλα με το κακάο αυτό που βάζουν στα κέικ και πρέπει να το σπας με το καλαμάκι μισή ώρα αλλά δε με ένοιαζε και πως δε θέλω να ξαναπατήσω το πόδι μου στην Πάτρα τώρα που δεν είναι αυτή εκεί να με κοιμίζει στον καναπέ και να μου φέρνει πτι μπερ με σοκολάτα απ'το περίπτερο. 

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Πρωταπριλιά 1





Στο σπίτι της είχα διαβάσει πρώτη φορά άρλεκιν. Ήταν στο ράφι δίπλα στη βαζελίνη και στην κολώνια Μυρτώ. Το μπουκαλάκι της βαζελίνης ήταν κούτσικο, πολύ μικρό, και γέμιζε αυτόματα μόνο του. Automatic refill. Γιατί την έβαζε παντού, στις φτέρνες, στα γόνατα, στο πρόσωπο, στα χέρια, στο λαιμό, αλλά το βαζάκι ήταν πάντα μισογεμάτο. Και ήταν πάντα το ίδιο. Ζαχαρί με μπλε ετικέτα που είχε ένα μικρό σκισηματάκι στο κάτω μέρος. Άρα γέμιζε αυτόματα αλλά μόνο μέχρι τη μέση. Ικανοποιητικό. Μέχρι που έφυγε, μου ήταν εντελώς άγνωστο το γεγονός ότι μπορώ να περιγράψω με τόσες μικρές λεπτομέρειες το κούτσικο βαζάκι της βαζελίνης.
Στο δωματιάκι της τηλεόρασης υπήρχε χειμώνα καλοκαίρι ένας ανεμιστήρας που ήταν κι αυτός πάντα ο ίδιος αλλά για αυτό δεν απορεί κανείς. Και μια αφίσα από μια θάλασσα πολύ κιτς, και δυο καναπέδες που ξαπλώναμε με τη Δανάη για ύπνο και αυτή έπαιρνε πάντα τον πιο μαλακό γιατί ήταν πιο μεγάλη. Και χωρίς έλεος, τους γεμίζαμε πάντα με ψίχουλα απ΄τα πτι μπερ με σοκολάτα που μας περίμεναν στην κουζίνα ή αρίβαραν απ΄το περίπτερο εάν φτάναμε απροειδοποίητα.
Όταν είσαι μεγάλος παίρνεις πάντα τα καλύτερα γιατί διαλέγεις πρώτος. Τη μπροστινή θέση στο ταξίδι, το πιο μεγάλο δωμάτιο, τον πιο βολικό καναπέ.
Αλλά μετά μια μέρα γίνεσαι πολύ μεγάλος και πεθαίνεις χωρίς να το έχεις προετοιμάσει. Και δεν προλαβαίνεις να τελειώσεις ούτε ένα πολύ μικρό βαζάκι με βαζελίνη. Ούτε ένα πακέτο τσιγάρα. Μετά την κηδεία, τα κράτησε ο μπαμπάς για ενθύμιο. Παρόλο που της έλεγε συνέχεια "Ρε μάνα μην καπνίζεις μες το σπίτι βρώμισε ο τόπος".
Ή και για αυτό, δεν ξέρω.


Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Η κυρία Β.Π. και οι γυμναστικές επιδείξεις


Σήμερα η κυρία Β.Π. προέβλεψε ότι οι Ταύροι  θα ανησυχούν μέχρι το απόγευμα για τα οικονομικά τους. 
Η κυρία Β. Π.  διαβάζει βουλωμένα γράμματα με μεγάλη επιτυχία. Χώνοντας τη μυτούλα της στην κόλλα του φακέλου μυρίζει τα μελλόμενα. Αναλόγως τη γλώσσα που έχει γλείψει την κόλλα, μπορεί να προκληθεί σεισμός, καταποντισμός, ή να σου πάνε όλα τέλεια μετά την πανσέληνο. 

Τη μέρα που τραβήχτηκε αυτή η φωτογραφία, η κυρία Β.Π. που ήταν από τότε στο επάγγελμα είχε προβλέψει ότι οι Κριοί και οι Τοξότες θα περάσουν δοκιμασίες που δεν τους ευχαριστούν καθόλου αλλά στη συνέχεια θα ανταμειφθούν με σοκοφρέτα Σερενάτα.

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

Όλα είναι δρόμος

















Πέρασε ένα καλοκαίρι πολύ γρήγορα.
Ο χρόνος- μεγάλη κοροϊδία.
Σε ξεγελάει.
Όλα είναι χρόνος και όλα είναι δρόμος.
Οι σταθμοί πολλοί:
Αλεξανδρούπολη, Καβάλα, Θεσσαλονίκη, Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο, Ιεράπετρα, Αγρίνιο, Μεσολόγγι, Λαμία, Λάρισα, Βόλος, Θήβα, κι άλλοι.

Ο σκοπός ένας, ο ίδιος, παντού: Να ξυπνήσεις το πρωί πολύ νωρίς, να τρέχεις, να τρέχεις, να τρέχεις, στις 21.30 να δοθεί η έναρξη, να ξεκινήσει η παράσταση, να έχουν πάει όλα καλά.

Στο περιθώριο αυτού του σκοπού και διάφορα γεγονότα να σου θυμίζουν ότι ζεις.
Μια ματιά που καταφέρνεις να εκβιάσεις από μια πόλη που δεν έχεις ξαναδεί.
Πρωί, στην Καβάλα, ψηλαφίζεις το ξυπνητήρι, ντύνεσαι με την οδοντόβουρτσα στο στόμα, τυχαία το μάτι σου πέφτει στο παράθυρο, η θέα σου κόβει την ανάσα, ξεκλέβεις ένα χαμόγελο.






















Τελευταίος σταθμός, στις 14/09 στη Μακρόνησο.






























Καλό χειμώνα.



Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Ουπς!


Ο φόβος κυρίευσε και το τελευταίο μου κύτταρο. Οι τρίχες μου σηκώθηκαν μια- μια, για να ξανακαθίσουν ήρεμες πάνω στην κοτσίδα μου πολύ πολύ αργότερα.

Η καρδιά μου ξεκίνησε το τουμπερλέκι, τα μάτια μου άρχισαν να ανοιγοκλείνουν στη διπλή ταχύτητα και οι βαθιές ανάσες στις οποίες κατέφυγα δεν έκαναν τίποτα. Φρίκαρα, για να το πω κομψά. Χέστηκα απάνω μου. Ήταν Η στιγμή. Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχεται, θα ‘πρεπε να ξέρω πώς να την αντιμετωπίσω. Ουφ, βαθιά ανάσα. Merde, τίποτα. Είναι λοιπόν η στιγμή που συνειδητοποιώ ότι έχω πέσει με τα μούτρα- πως το λένε, ότι το έχω δαγκώσει, όχι το κρύο- τη λαμαρίνα, ότι χάνω την ελευθερία μου, ότι ΑΑΑΑΑΑΧ ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙ. Merde, το είπα; Ε θα το ξαναπώ- μου λείπει. Τι έγινε ρε παιδιά; Πότε μας προέκυψε αυτό κι εγώ που ήμουν; Τι που ήσουνα ρε βλαμμένο; Θα μου πεις και θα χεις και δίκιο. Σπίτι του ήσουν. Χτες. Και προχτές. Και παραπροχτές. Έ, έτσι σας προέκυψε. Άουτς. Είναι τρομερή αυτή η στιγμή. Κυριολεκτικά τρομερή, αφού φέρνει τρόμο. Δε μπορώ να χρησιμοποιήσω άλλη λέξη. Τρόμος ότι δεν είσαι πια ελεύθερος κι αυτόνομος και σούπερ ανεξάρτητος και πολύ μάγκας. Τρόμος ότι και κάποιος άλλος τώρα ορίζει τη ζωή σου- όσο μπορεί να ορίζει τη ζωή σου κάτι που σου λείπει. Συγγνώμη που θα το πω, αλλά για κάποιον που δεν του αρέσει να του λείπουν πράγματα, αυτό είναι μια μικρή καταστροφή. Διότι τότε όλα αυτά που σε κάνουν κατά τα άλλα να γουστάρεις, γίνονται αίφνης απειλές. Αυτά που σου έρχονται στο μυαλό όταν σε ρωτάνε «τι σου αρέσει πιο πολύ στο Μάκη» κι εσύ αραδιάζεις αυθόρμητα γλυκανάλατες αηδίες τύπου «με το Μάκη όλα ξαφνικά είναι τόσο εύκολα» ή «όταν είμαι στην αγκαλιά του νιώθω κάαατι ανατριχίλες» ή «από τότε που γνώρισα το Μάκη,something changed » γίνονται τότε διπρόσωποι Θεοί σαν τον Ιανό: από τη μία σου κολλάνε το ηλίθιο χαμόγελο στη μούρη, από την άλλη σου χτυπάνε το καμπανάκι του κινδύνου. Για να μη μιλήσω για τα φαντάσματα του παρελθόντος. Διότι την τελευταία φορά που μου κόλλησε το ηλίθιο χαμόγελο στη μούρη, μεγεθύνθηκε τόσο που δεν έβλεπα μπροστά απ’τη μύτη μου και πήγα και στούκαρα σ’ένα τοίχο νααα, με το συμπάθιο. Εβλήθην από πανικό, λοιπόν, αγαπητέ αναγνώστη. Η αίσθηση αυτοσυντήρησης και αυτό-ηλιθιότητας ξεκίνησε να κατεβάζει ταχέως τα ρολά, εμένα ξεκίνησαν να μου φταίνε όλα και τίποτα και κόντεψα να τον στείλω από κει που’ρθε. Έτσι, γιατί τον γουστάρω. Ίσα που πρόλαβα τελευταία στιγμή να βάλω το πόδι μου να μην κλείσει το ρολό. Κι ας κάνει ο φόβος κι άλλη τρύπα στο νερό, που λέει και η Λίνα…

Δημοσ. στη FAQ στις 9.12.10

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

υπαίθριο (τε)μενος

FAQ pray

Υπαίθριο (τέ)μενος*

* μένος το [ménos] : έντονη διάθεση για δράση ιδίως βίαιη: Πολεμικό / καταστροφικό ~. [λόγ. < αρχ. μένος `δύναμη, λύσσα στη μάχη΄] / μένος (το) ου σ. [αρχ. μένος] ψυχική ορμή, ακράτητη δύναμη, παραφορά.
μεσαιωνισμός (ο) ουσ. [<μεσαίων]: ανελευθερία, οπισθοδρομικότητα.

Στο λεξικό αυτές τις δύο λέξεις τις χωρίζουν 73 λήμματα. Μερακλίδικος, μεροκαματιάρης και άλλα 71 άσχετα. Στην πλατεία Αττικής, όμως, το μένος και ο μεσαιωνισμός χώρισαν πάλι τους μεν από τους δε: τους μουσουλμάνους που μαζεύτηκαν να γιορτάσουν το Μπαϊράμι τους την Τρίτη το πρωί, και μια ομάδα κατοίκων μαζί με τους γνωστούς ενοχλημένους ακροδεξιούς, οι οποίοι (υπ)άκουσαν το κάλεσμα του δημοτικού συμβούλου τους Ν. Μιχαλολιάκου, που είχε προηγηθεί τη Δευτέρα το απόγευμα.

Ρεπορτάζ: Ελίζα Συναδινού


Δεν ήταν η μοναδική πλατεία όπου μαζεύτηκαν για να προσευχηθούν. Νωρίτερα, στα Προπύλαια, ένα υπεράριθμο πλήθος προσευχήθηκε στον θεό του με αφορμή το Kurban Bayrami, τη γιορτή της Ιερής Θυσίας, χωρίς σχεδόν καμιά παρεμβολή. Το ίδιο και σε άλλα σημεία της Αθήνας. Στην πλατεία Αττικής όμως δεν χωράνε τέτοια. Σκορπισμένα φέιγ βολάν που έκαναν λόγο για τη «γιορτή των γουρουνιών» (ειρωνεία, οι μουσουλμάνοι θεωρούν το χοιρινό βρώμικο και δεν το τρώνε) είχαν προετοιμάσει το έδαφος όπου αργότερα θα στρώνονταν τα σεντόνια και θα γονάτιζαν οι πιστοί. Κάποιοι κάτοικοι είχαν βγάλει ηχεία στα μπαλκόνια τους να παίζουν στη διαπασών (Παπακωσταντίνου…) για να μην μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους οι προσευχόμενοι, διάφοροι άλλοι ήταν μαζεμένοι γύρω-γύρω, έπεσαν και κάνα δυο αβγά. Ευτυχώς η αστυνομία που είχε κυκλώσει την περιοχή αυτή τη φορά έπραξε τα δέοντα και δεν δημιουργήθηκαν επεισόδια. Μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν σημειώθηκε κανένα σοβαρό κρούσμα βίας. «Εγώ μπορώ να κάτσω μέχρι το βράδυ εδώ στην άσφαλτο», είχε πει ένα κορίτσι που βγήκε από την παρέα των αγοριών που στα κράνη τους έχουν αυτοκόλλητα με γαλάζιες σημαίες. Φώναζε στα ΜΑΤ από μακριά. Κι αυτοί κοιτούσαν, από μακριά. Τι να πουν... Δεν έφεραν αυτοί τη γειτονιά της σ’ αυτή την κατάσταση. Δεν θα καρπωθούν αυτοί τα κέρδη από την υποβάθμιση. Δεν φταίνε αυτοί για το μίσος που σιγοβράζει εδώ και καιρό σε κάθε γωνιά της περιοχής. Της περιοχής που έχει μετατραπεί σε υπαίθριο ξενοδοχείο και ουρητήριο μεταναστών και σε πεδίο δράσης του κάθε θερμοκέφαλου. «Μην περάσεις από εκεί, είναι μόνο για ξένους, εσύ είσαι Έλληνας», φώναζε ένας στον φίλο του που πήγαινε στη δουλειά του από το πεζοδρόμιο που στεκόταν και η διμοιρία. «Να πεις στον δήμαρχο να έρθει να μας απολυμάνει την πλατεία», είπε μια κάτοικος στη δημοτική υπάλληλο καθαριότητας. Κανείς δεν ακούει το πρόβλημά της και το λέει όπου βρει ελπίζοντας ότι κάποιος θα ακούσει. Μόνο που όταν κανείς δεν ακούει, η απελπισία δίνει στα χέρια όπλα που καμιά προσευχή δεν έχει τη δύναμη να πολεμήσει.

Info: Το Μπαϊράμι είναι μία από τις σημαντικότερες θρησκευτικές γιορτές των μουσουλμάνων – η άλλη είναι το Ραμαζάνι. Κατά τη διάρκεια του εορτασμού του, σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, κάθε μουσουλμάνος που έχει την οικονομική δυνατότητα πρέπει να θυσιάσει ένα ζώο, ακολουθώντας την παράδοση του προφήτη Αβραάμ. Ο εορτασμός του κρατάει τέσσερις ημέρες και η μη συμμετοχή σε αυτόν θεωρείται αμαρτία.

Δημοσ. στη FAQ 18/10

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

hotel columbia

Hotel Columbia

Ρημαγμένοι τοίχοι, τσαλαπατημένοι δίσκοι, πλαστικά και ανθρώπινα ρημάδια: τα χρυσά σαρανταπεντάρια της Columbia έχουν καιρό σταματήσει να παίζουν στον Περισσό. Και όχι επειδή δεν χρησιμοποιούμε πια πικάπ.
«Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι, θα σου αγοράσω ένα κοκοράκι. Το κοκοράκι κι κι ρι κι κι, θα σε ξυπνάει κάθε πρωί». 1930, και το πρώτο τραγούδι ηχογραφείται στις εγκαταστάσεις της ιστορικής δισκογραφικής Columbia, στη Ριζούπολη. Μεσολαβούν όλα τα σουξέ της εποχής, μια επίταξη κατοχής και η κήρυξη ως διατηρητέου του κεντρικού κτηρίου. 80 χρόνια μετά, κανείς δεν τραγουδάει στα χαλάσματα. Τον Τουφίκ και τον Αζέ, τους ξυπνάει κάθε πρωί το φως που μπαίνει απ’τα ανύπαρκτα τζάμια. Αν κάποιος για οποιοδήποτε λόγο αποφάσιζε να τους πάει για δώρο μια κότα, το πιθανότερο είναι ότι θα τους την έπαιρνε η άλλη παρέα μεταναστών, που μένει σε διπλανά δωμάτια.
Σαν απόκληρος γυρίζω στην κακούργα ξενιτιά
Ποιοι είναι αυτοί; Αλγερινοί, Πακιστανοί και Ιρακινοί μετανάστες που έχουν κι αυτοί βρει (σπασμένη) στέγη στα ερείπια της πάλαι ποτέ μουσικής αυτοκρατορίας. Δύσκολο να υπολογίσεις πόσοι είναι, γιατί βρίσκονται διασκορπισμένοι στα διάφορα κτίρια. Πάντως, είναι πάνω από εκατό. Πως ζουν; Ένας Θεός ξέρει, Χριστός, Αλλάχ ή ό,τι άλλο. Δεν βρίσκουν δουλειά, πάντως, τα λεφτά που έρχονται που και που απ’το εξωτερικό δε φτάνουν ούτε για ζήτω και περνάνε μέρες που απλώς δεν τρώνε. Μια σκυθρωπή παρέα, παίρνει τις σακούλες, τις μοιράζει μεταξύ της κι εξαφανίζεται. Οι «δικοί μας» είναι πιο ευγενικοί. Μάλλον έχουν συνηθίσει την παρουσία των Ελλήνων και δεν αντιδρούν. Μια φορά την εβδομάδα, έρχονται κάτι τύποι με τα αυτοκίνητα τους, μπαίνουν από την ορθάνοιχτη μαντρόπορτα, παρκάρουν στο κτήμα και αμολούν τα σκυλιά τους να τρέξουν. Τους κοιτάζουμε από τη γιγαντιαία τρύπα που κάποτε φιλοξενούσε ένα τοίχο, κάδρα, ίσως δίσκους από αυτούς που βάζουν στις κορνίζες όταν πουλάνε πολύ. Έχουμε ανέβει στο δεύτερο, γιατί οι καινούριοι μας φίλοι μας κάλεσαν στα «διαμερίσματα» τους και φυσικά δε μπορούσαμε ν’αρνηθούμε. Περάσαμε πάνω από κάθε λογής πρώην έπιπλο και νυν σκουπίδι, από λίμνες από βρωμόνερα, από καμένους τοίχους, αλλά όταν φτάσαμε το «δωμάτιο» των παιδιών ήταν πεντακάθαρο και μας έφεραν μέχρι και τασάκι. Ο Τουφίκ σκουπίζει συνεχώς: δεν υπάρχουν ούτε καν στάχτες από το αυτοσχέδιο τζάκι. «Εδώ ζέστανα νερό για να κάνω μπάνιο» λέει. «Πήγα στην ταράτσα και πλύθηκα, και ύστερα ήμουν άρρωστος 4 μέρες». Χαμένη στη μετάφραση, προσπαθώ να καταλάβω τα γαλλικά τους. Παρατηρούν ότι καπνίζω πολύ και με ρωτούν γιατί δεν είμαι ακόμα παντρεμένη. Στο λεωφορείο της επιστροφής, ο Αχμέτ θα μου προσφέρει ένα δαχτυλίδι που φοράει στο χέρι του. « Δεν βρίσκω πολλές φορές γυναίκες να μιλάνε γαλλικά» λέει. «Στο Παρίσι οι γυναίκες που φλέρταρα στο δρόμο τουλάχιστον μου απαντούσαν. Εδώ, τους μιλάω στο τρόλει και δεν με κοιτάζουν καν».
Κάνουν «αντρικά» αστεία με τον Αχιλλέα, μας βάζουν τη μουσική τους και αναπαριστούν γελώντας τις συλλήψεις της αστυνομίας. Ο Αχμέτ κάνει πως περπατάει ανέμελος στο δρόμο, και ο Άμπι τον αρπάζει, του κάνει σωματικό έλεγχο και του βάζει τα χέρια πίσω από την πλάτη. «Ντεν έκανα τίποτα» διαμαρύρεται ο Αχμέτ. «Έκει χαρτιά; Κάτσε κάτω, μαλάκα» γρυλλίζει ο Άμπι. «Όταν κάποιο περιοδικό γράφει για μας, το βράδυ έρχονται αστυνομικοί» μας λένε. «Αυτά τα βράδια δεν κοιμόμαστε. Φεύγουμε ή κάνουμε περιπολίες στον κήπο». Ο Τουφίκ μου δείχνει τα σημάδια στο κεφάλι του: «Έπεσα από την ταράτσα μια μέρα που είχε έρθει η αστυνομία. Προσπαθούσα να ξεφύγω». Δίπλα κάθεται ένας κύριος που φαίνεται μεγαλύτερος σε ηλικία. Όταν τον ρωτάω πως τον λένε, αντιδρά μάλλον φοβισμένα. «Αν ξέραμε πως ήταν έτσι η Ελλάδα, δε θα ερχόμασταν ποτέ» λέει. « Δεν υπάρχει δουλειά, δεν υπάρχει τίποτα. Εμείς νομίζαμε ότι ερχόμαστε στην πρωτεύουσα της Ευρώπης. Τώρα, δε μπορούμε να φύγουμε». Μα καλά, που ζούσες; μου ‘ρχεται να τον ρωτήσω. Αλλά δε θα μου πει αλήθεια. Ούτε το πραγματικό όνομα τους δίνουν. Τους ρωτάς πως τους λένε και σου απαντούν κάτι που στη γλώσσα τους σημαίνει «παπούτσι», «καρέκλα», «πιάτο». Όσο για τη νομιμότητα τους, οι περισσότεροι είναι λαθρομετανάστες, κι όταν ρωτάς για τα χαρτιά τους, έχουν διάφορες ιστορίες να πουν για το πώς τα έχασαν. Ο Μαχμούντ, χωρίς χαρτιά, δε μπορεί να γυρίσει πίσω στην Αλγερία κι έτσι μεθαύριο περιμένει τον πατέρα του, που θα έρθει στην Ελλάδα για να δει με τα μάτια του πως ο γιος του είναι καλά. «Απ΄το τηλέφωνο φοβάται ότι μπορεί να του λέω ψέματα. Θέλει να σιγουρευτεί πως είμαι υγιής, πως δεν έχω χάσει κανένα πόδι ή κάτι τέτοιο».
Σε τούτο το παλιόσπιτο, σε τούτο το ρημάδι
Σε κάποιο από αυτά τα δωμάτια, κάποτε διάβαζαν τα ποιήματα τους ο Σεφέρης και ο Ελύτης. Δε θα βρεις μεγάλα ονόματα που να μην έχουν περάσει την σιδερένια πόρτα: αστέρια της Columbia ή κάποιας άλλης από τις εταιρίες που χρησιμοποίησαν τα studio στη Ριζούπολη. Χατζιδάκις, Τσιτσάνης, Θεοδωράκης, Καζαντζίδης, Βέμπο, Βαμβακάρης. Τσαλαπατάμε πάνω στα ίχνη τους, καθώς γυρνάμε από κτίριο σε κτίριο. Αντί για χαλί, ατελείωτες ταινίες από κασέτες, τσαλακωμένες φωτογραφίες, σπασμένα πλαστικά απομεινάρια του τότε. Για παράθυρα και πόρτες ούτε λόγος, τα ντουβάρια είναι μισοπεσμένα, και όλα είναι τόσο βρώμικα που τα ρούχα τους τα απλώνουν στα δέντρα για να στεγνώσουν. Εδώ και χρόνια λένε ότι θέλουν να το κάνουν Μουσείο Ελληνικής Δισκογραφίας. Μέχρι και θέμα στη Βουλή έχει γίνει. Μέχρι στιγμής πάντως, μοναδικοί επισκέπτες, φύλακες και ζωντανά εκθέματα είναι αυτοί οι απόκληροι, που γι’αλλού ξεκίνησαν, αλλού βρέθηκαν, και το βράδυ καίνε φωτογραφίες της Ρένας Βλαχοπούλου για να ζεσταθούν.

Δημοσ. στη FAQ στις 4.11.10

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Εμείς μιλήσαμε. Εσείς δεν ακούσατε



Δημοσιεύτηκε στη FAQ στις 20/10/2010

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

ξεμείναμε

..το τριήμερο στην Αθήνα

Μπορεί να μην πήγαμε εκδρομή, αλλά η Αθήνα στις Αργίες δε αφήνει παραπονεμένο-κάθε άλλο παρά ήσυχη είναι…

Αγαπητέ αναγνώστη: αν ανήκεις σ ‘εκείνους που την έκαναν για το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος, ν ‘αλλάξεις σελίδα. Δεν σε θέλω για κοινό! Να πας να κάνεις κανα σχόλιο στις φωτογραφίες που προφανώς έχεις ανεβάσει ήδη στο Facebook από τη μαγευτική Κάτω Ραχούλα και να αφήσεις εμάς που ξεμείναμε στην Αθήνα να φάμε τα λυσσακά μας! Αν πάλι ανήκεις σ’αυτούς που, όπως εγώ, τη βγάλανε Αθηναικά, ελπίζω να ευχαριστήθηκες τουλάχιστον την άδεια πόλη. Που δεν ήταν κι εντελώς άδεια σε σχέση με άλλες χρονιές, μεταξύ μας. Την Παρασκευή, για παράδειγμα, η Καρύτση ήταν μεν ψιλοέρημη, αλλά το Γκάζι ήταν φίσκα. Είχε και το φεστιβάλ τζαζ, που παρά το ψιλόβροχο συγκέντρωσε αρκετό κόσμο, αλλά γι ΄αυτό θα διαβάσεις στο αφιέρωμα στη σελίδα ΧΧ. Και έξω από τα όρια της Τεχνόπολης, ὀμως, οι γνωστοί τύποι (ναι, αυτοί που βγαίνουνε Σαββατοκύριακα στο Γκάζι) τον έκαναν το τζίρο τους. Εμείς μετά το φεστιβάλ καταφύγαμε στο Swing, που επίσης είχε πολύ –ζευγαρωμένο-κόσμο. (Αυτό το πράγμα με τα ζευγάρια δε το καταλαβαίνω. Πού τα φυλάνε όλο το χειμώνα και τα ξαμολάνε ξαφνικά με το που μπαίνει η άνοιξη να ζήσουν τον έρωτα τους σε κοινή θέα; Όπου κι αν γυρίσεις το κεφάλι σου, μα στο περίπτερο πας, μα να πιεις ένα ρημαδοποτό πας, μα στη δουλειά σου πρωινιάτικο, τσουυυπ σκας πάνω στο ρομάντζο. Πολύς έρωτας βρε παιδί μου. Κι εμείς αγαπιόμαστε αλλά το σάλιο το ανταλλάσσουμε κεκλεισμένων των θυρών!).
Το Σάββατο, που είχαν φύγει και οι τελευταίοι, έκανα τρισευτυχισμένη σε ώρα μεσημεριανής αιχμής τη διαδρομή κέντρο –Ψυχικό σε 3 λεπτά ακριβώς (μπαμπά, αν διαβάζεις, αρχικά κακώς έφτασες μέχρι εδώ γιατί εσύ την πήγες την εκδρομή σου και δεν εξαιρείσαι από την κατηγορία που έπρεπε να αλλάξει σελίδα. Αλλά τέλος πάντων, δεν τρέχω με το αυτοκίνητο, το point ήταν ότι δεν είχε καθόλου κίνηση!) και το βράδυ αποφάσισα να πάω στο 4g. Όπου 4g, ένα ‘total trance event’ που πραγματοποιήθηκε στην Ιερά Οδό (το μαγαζί) για δεύτερη φορά. Θέλεις γιατί δεν πρόλαβα την εποχή που το περίφημο Άλσος μάζευε όλους τους ρέηβερς και όλοι θυμούνται τα πάρτι στη Βαρυμπόμπη και τα Οινόφυτα; Θέλεις που αυτός ο τρόπος διασκέδασης αναβιώνει πλέον μόνο μέσα από τέτοια events; Όταν κάτι φίλοι που την έχουν προλάβει τη φάση αναφώνησαν ότι αυτοί που θα έπαιζαν το Σάββατο (Juno Reactor και Hallucinogen) είναι οι καλύτεροι στο είδος τους και ‘τα σπάνε’ και άλλα τέτοια αποφάσισα πως αυτή είναι η ευκαιρία μου να καταλάβω κι εγώ τι εστί βερύκοκο. Κάπως έτσι βρέθηκα εκεί, λίγο ακατάλληλα ντυμένη, όπως συνειδητοποίησα στην πορεία, γιατί οι περισσότεροι είχαν ένα, εμ, κάπως εκκεντρικό στυλ. Από βελούδινα φορέματα μέχρι αντιανεμικές φόρμες και γυαλιά ηλίου μέσα στο σκοτάδι… Ήταν ομολογουμένως κάτι διαφορετικό. Ο κόσμος ήταν από 20 μέχρι 40-στην είσοδο πέτυχα κι ένα ζευγάρι καθως πρέπει εξηντάρηδων που το τόλμησαν, δεν ξέρω τι απέγιναν στη συνέχεια, υποψιάζομαι ότι μπερδεύτηκαν από την αφίσα και νόμιζαν ότι τραγουδάει ο Μητροπάνος και η Πέγκυ Ζήνα. Μέσα, οι προβολείς έπαιζαν με τη χρωματιστή ατμόσφαιρα, το κοινό τα έδινε όλα σε ένα χορό που εγώ δεν έχω ξαναδεί, όπου κουνάς όλα σου τα μέλη προς διάφορες κατευθύνσεις, και οι πιο παθιασμένοι σκαρφάλωναν στο μπροστινό κιγκλίδωμα και υποκλινόταν στους μουσικούς. Οι κινήσεις όλων ήταν εντελώς εναρμονισμένες με το beat της κονσόλας και καθώς η ώρα περνούσε, ο τύπος που έπαιζε και φορούσε μια μεγάλη, άσπρη μάσκα, ενώ στην αρχή με φόβιζε σχεδόν, άρχισε να με παρασύρει κι εμένα και χωρίς να το καταλάβω ξεκίνησα να περπατάω ρυθμικά και να κουνάω το κεφάλι μου δεξιά αριστερά. Εν τω μεταξύ, είχε πάει 4 τα ξημερώματα και ο κόσμος ερχόταν ακόμα. ΄Το μεγάλο πικ είναι μετά τις 5. Την προηγούμενη φορά, το πάρτυ είχε κρατήσει μέχρι τις 11 το πρωί’ μου είπε ο υπεύθυνος. Χαρά στο κουράγιο τους!
Την Κυριακή, είπα να το γυρίσω πάλι στο παραδοσιακό. Αργία, γαρ, η Δευτέρα, του δώσαμε και κατάλαβε: οι δρόμοι άδειοι, ό,τι πρέπει για τσάρκα! Όχι που θα μας την πείτε εσείς που φύγατε! Κι εμείς εδώ, δεν περάσαμε άσχημα! Δροσερό mojito στο taf (ωραία η έκθεση στο πάνω μέρος), όταν άρχισε να γεμίζει μεταφερθήκαμε για κολασμένο burger στο Nixon, λίγο από Μαβίλλη όπου γινόταν χαμός και στο τέλος ήρεμο κρασάκι στο Χαλάνδρι. Εκεί, ένας καπετάνιος που μπάρκαρε την επόμενη μέρα, κέρασε όλο το μαγαζί, χόρεψε τη γυναίκα του το «por una gabeza» κοιτώντας την με πάθος στα μάτια, έδωσε ραντεβού ξανά το Σεπτέμβρη, πλήρωσε μια μικρή περιουσία και έφυγε με τη γυναίκα αλά μπρατσέτα και το χαμόγελο στο στόμα. Αυτά είναι.

(Ὀπως καταλαβαίνεις αγαπητέ αναγνώστη, μετά από όλα αυτά, τη Δευτέρα δεν έκανα τίποτα γιατί προσπαθούσα όλη μέρα να συνέλθω!)

Δημοσ. στη FAQ στις 26/5

Σάββατο 22 Μαΐου 2010

art athina


Art Athina – η έκθεση

Το λέει και η λέξη. Τέχνη στην Αθήνα. Τι, έχει πεθάνει; Φίλε και φιλότεχνε αναγνώστη, πλανάσαι πλάνην οικτράν. Η τέχνη στην Αθήνα δεν έχει πεθάνει καθόλου. Δε το λέω εγώ, το λένε οι ειδικοί -ο εικαστικός Δημήτρης Αντωνίτσης που μίλησε στην φετινή Art Athina: Η τέχνη, λέει, είναι σα μια γάτα. Πέφτει από το κτίριο, αλλά στέκεται στα πόδια της. Απλώς, πρέπει να καταλάβουμε ότι στην Ελλάδα η γάτα αυτή δεν είναι εφτάψυχη. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Στην περυσινή φουάρ που διεξήχθη στον ίδιο χώρο, στο κλειστό Π.Φαλήρου, δεν είχα πάει. Ούτε και φέτος θα πήγαινα για να πω και την πικρή μου, άτεχνη αλήθεια, αν δε με έσερνε ο φίλος Π. στα εγκαίνια. Τέλος πάντων, φτάνουμε που λες στο γήπεδο. Με ταξί, ευτυχώς, γιατί τα αυτοκίνητα σφάζονταν στην ποδιά του παρκαδόρου για μια θέση στο parking και δεν κουνιόταν φύλλο. Η διοργάνωση, λέει, που λαμβάνει χώρο τα τελευταία 16 χρόνια, είχε 30% περισσότερο κόσμο από πέρυσι. Ωιμέ, κατακαημένο τακούνι, κοιμήσου ήσυχα στο κουτί σου και ξέχνα τα βασανιστήρια που πέρασες στο χαλίκι έξω απ’το TaeKwonDo. Μπήκαμε μέσα (μικρή καθυστέρηση για να βρουν τις προσκλήσεις μας, αλλά δε το σημειώνω στα αρνητικά γιατί συνοδεύτηκε από ευγενές χαμόγελο) και επιθεωρήσαμε την έκθεση από ψηλά- στο κάτω μέρος του γηπέδου ήταν τοποθετημένα μεγάλα, άσπρα χωρίσματα που οριοθετούσαν το χώρο της καθεμιάς από τις 58 γκαλερί. Σα μικρά δωματιάκια με πίνακες και εικαστικές δημιουργίες. Τριγύρω τιτίβιζαν οι μελισσούλες, με το γνωστό ύφος-προσήλωση-μπροστά στο έργο, τα χείλη σουφρωμένα μπροστά, τα δάχτυλα να χαιδεύουν ελαφρά το πηγούνι. Οι μελισούλες χωρίζονταν χοντρικά σε τρεις κατηγορίες: Αμφιέσεις τύπου σας παρακαλώ θαυμάστε την υπερπαραγωγή στο κεφάλι μου όσο εγώ χαζεύω δήθεν αδιάφορα το υπερπέραν, φρικότεχνες φάτσες τύπου διπλανέ μη με ενοχλείς εδωπέρα αναβαθμίζω το επίπεδο μου, και φυσικά κυρίες >50 τύπου έριξα μια πρόχειρη τουαλέτα με ουρά πάνω μου και βγήκα κρατώντας τον πρέσβη απ’το χέρι. Οι υπόλοιποι συνωστίζονταν στο μπαρ (μεγάλη πετυχεσιά τα free drinks) και χάζευαν τα εκθέματα των πολιτιστικών φορέων που φιλοξενούνταν στο πάνω μέρος. Το βλέμμα μας τράβηξαν οι φωτογραφίες στο stand του Ozon Magazine και η έκθεση Βιβλία Ελλήνων Καλλιτεχνών: Σύγχρονες Εικαστικές Δημιουργίες, με τα βιβλία ως αποτέλεσμα καλλιτεχνικής παραγωγής.
Κατεβαίνοντας προς τα κάτω, προσπεράσαμε τους πρόσχαρους Κυπρίους με τη must ροζ κονκάρδα «I Love Cyprus But Cyprus Doesn’t Love Me», και άρχισε ο αγώνας μπας και μπορέσουμε να τα δούμε όλα .Μάζεψε καλή μου το λέλουδο από το μαλλί σου να θαυμάσει κι ο λαός τη δουλειά του καλλιτέχνη! Μη μου στέκεσαι μες τη μέση μέχρι να σε πάρει ο φωτογράφος! Με τα πολλά, καταφέραμε να κάνουμε ένα τουρ. Πολύ ωραία η έκθεση, με δυνατότερο νομίζω κομμάτι αυτό του αγαπημένου μου Βλάσση Κανιάρη, που καταδίκασε τη συνενοχή όλων σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας με την εικαστική του παρουσίαση. Πολύ μου άρεσαν επίσης οι χάρτινες δημιουργίες της Ζωής Κεραμέα (Kouros Gallery) και οι αλουμινένιες της Βερολινέζας Angela Mewes (Nice & Fit). Το αισθητικό αποτέλεσμα, βασιζόμενο κυρίως στην ποικιλία των τεχνοτροπιών και των αντιλήψεων, ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητικό. Well done.
Παρατράγουδο: φρικότεχνη γκαλερίστα, πάνω στο ψηστήρι για να πείσει κάποιον να αγοράσει ένα έργο, κάνει την εξής παρομοίωση που περνάει στην ιστορία: "Το καλό με ένα έργο τέχνης, είναι ότι το αγοράζεις και δεν πληρώνεις τίποτα άλλο μετά. Ενώ αν αγοράσεις ένα κότερο, σε ταράζουν στους φόρους"
..Και το θετικό: την επομένη των εγκαινίων, το κοινό μαγικά μετετράπη σε απλό, καθημερινό κόσμο που πήγε στην Art Athina επειδή ήθελε όντως να θαυμάσει τα έργα και όχι να στηθεί για να τον φωτογραφήσουν. Περίεργο;


Art Athina - το party


Και επειδή ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές, (ή μάλλον όπου γάμος και χαρά), φυσικά επιστρέψαμε και για το πάρτυ. Όσοι έζησαν τις ένδοξες μέρες του Guru, περιγράφουν το πάρτυ του το Σάββατο το βράδυ στο Art Athina σα το reunion που περίμεναν τόσο καιρό. Η αλήθεια είναι πως ήταν ο,τι πιο ζωντανό έχουμε βρεθεί πρόσφατα. Παρά το ότι δεν γινόταν σε εσωτερικό χώρο, το κέφι νίκησε τον αέρα που λυσσομανούσε, η μουσική ήταν απλώς φανταστική και ακόμη και οι πιο ντροπαλοί ξεβιδώθηκαν στο χορό. Και του χρόνου!

Δημοσ. στη FAQ στις 19.05

Η φωτογραφία είναι απο το Velvet Magazine

Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

προσοχή, γρατζουνάει



Μπήκα μες την αίθουσα μην έχοντας ιδέα για το τί θα συναντήσω. Για την Έκθεση Μορφολογίας Γάτας, στην "Τεχνόπολις", ήξερα οτι θα είναι η μεγαλύτερη που έχει διεξαχθεί μέχρι στιγμής στη χώρα μας,οτι οι κριτές θα προέρχονται απο το εξωτερικό, κι ότι θα έχουμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε σπάνιες ράτσες γατών. Το πλέον σπάνιο πάντως μέσα στο χώρο ήταν το οξυγόνο. Η αποπνικτική ατμόσφαιρα μας γρατζούνισε τα ρουθούνια και η ζέστη κόλλησε πάνω στα ρούχα μας. Και καλά εμείς. Κάθε τρεις και λίγο βγαίναμε έξω για… ανεφοδιασμό. Τα έρμα τα τετράποδα, παγιδευμένα μέσα στα σιδερένια κλουβιά πίσω απο τα κάγκελα των οποίων κάποιοι τα θαύμαζαν, πού να πάνε; Τι κι αν ορισμένα απο τα κουτιά αυτά ήταν ντυμένα με ροζ τούλια κι άλλες τέτοιες κιτσαρίες για να γίνουν πιο θελκτικά στους ανθρώπους; Τι κι αν ορισμένα απο τα κουτιά αυτά φιλοξενούσαν ζώα των οποίων η τιμή έφτανε το ενάμισι χιλιάρικο; Εκείνα δε φάνηκαν να εκτιμούν την καλλιτεχνική πινελιά ή να κολακεύονται απο την τιμή που τους είχαν ορίσει. Για τις γάτες, το κιτς κλουβί-λατέρνα έμοιαζε, μάλλον, πάλι με κλουβί. Κατά το μεσημεράκι που φτάσαμε εμείς( οι έκθεση λειτουργούσε απο το πρωί του Σαββάτου και της Κυριακής), ήταν ήδη σε κατάσταση νιρβάνα, και μάταια οι ιδιοκτήτες ή εκτροφείς τα ξεγέλαγαν (προσπαθούσαν να τα ξυπνήσουν)με κάτι φουντωτά ραβδάκια για να βγουν φωτογραφία. Οι διάφοροι "φιλόζωοι" περιφέρονταν βγάζοντας κραυγές θαυμασμού για τα ημιλιπόθυμα ζωάκια, αγόραζαν με πάθος τροφές και γατο-αξεσουάρ απο τους χορηγούς που είχαν στήσει διάφορα σταντς, ενώ ταυτόχρονα έκαναν με σχεδόν ρυθμικές κινήσεις αέρα με το πρόγραμμα ( η ατμόσφαιρα που λέγαμε). Το οποίο πρόγραμμα φυσικά (στην Ελλάδα βρισκόμαστε) δεν είναι να πεις οτι τηρήθηκε κατά γράμμα, αφού όταν ήρθε η ώρα οι εγχώριοι κριτές (οι άλλοι δεν ήρθαν λόγω της γνωστής σκόνης) να κρίνουν, μέχρι να ακούσει ο εκτροφέας/ιδιοκτήτης το όνομα και να φέρει το ημιλιπόθυμο γατί, να να διαπιστωθεί αν το γατί θα διαγωνιστεί ή το έχουν πάρει κι έχουν φύγει γιατί ήταν αυτά που δίδονταν προς υιοθεσία και βρήκε γονείς, είχες βαρεθεί να διαβάζεις τις φωτοτυπίες/ αγγελίες πώλησης για εξωτικά γατάκια κι είχες βγει έξω για τη δόση οξυγόνου. Αφού λοιπόν η Φωτεινή Πιπιλή απένειμε συμβολικά ένα βραβείο, αφού ρωτήσαμε τους διοργανωτές πόσα γατάκια ήταν ακόμη να διαγωνιστούν αλλά ούτε αυτοί ήξεραν, και αφού ήδη είχαμε φάει ένα δύωρο μέσα στο σχεδόν-θερμοκήπιο, φύγαμε. Στο δρόμο προς την έξοδο, ρώτησα τον ιδιοκτήτη μιας γάτας ράτσας η οποία είχε βγει νοκ-άουτ και κυριολεκτικά είχε… σηκώσει τα πόδια ψηλά, αν την πείραξε η ζέστη, και πήρα την εξής αποστομοτική απάντηση: "Ε, τι να κάνουμε… και στο σπίτι το καλοκαίρι έτσι (ντάγκλα; ) είναι… Μήπως έχουμε κι air condition ;"

Δημοσ. στο περιοδικό VetoMag στις 25.4.10

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

twitt-y

Όταν πέρασα τα σήματα στην οδήγηση, το πρώτο «Καλοδιπλώματη!» το άκουσα (ή μάλλον το διάβασα) από επαφή στο Twitter, όχι από φίλο. Κι αυτό γιατί το «πέρασα!!!» το ανέβασα πρώτα στο Twitter και μετά το προώθησα σε οικογένεια, φίλους και αμόρε. Τους το χρωστούσα, άλλωστε, αφού λίγα δευτερόλεπτα πριν μπω στην αίθουσα, την απορία της τελευταίας στιγμής (που τελικά έπεσε κιόλας) μου την έλυσαν κάποιες από τις επαφές που «ακολουθώ», σε κλάσματα δευτερολέπτου. Διότι, οι φίλοι και γνωστοί σου μπορεί να δουλεύουν ή να κοιμούνται ή να έχουν το κινητό τους στο αθόρυβο, αλλά στο Twitter θα βρεθεί πάντα- μα πάντα, και τις πιο παράξενες ώρες, κάποιος ξενύχτης ή πρωινός τύπος που βαριέται στη δουλειά ή χαζεύει απ’το κινητό του λίγο πριν πέσει για ύπνο, για να μοιραστείς μαζί του τη σημαντική ή ασήμαντη είδηση που διάβασες, το ανέκδοτο που άκουσες, το ότι σε πονάει το δόντι σου ή μαγείρεψες πρώτη φορά παστίτσιο χωρίς να το κάψεις. Οι επαφές που «ακολουθείς» είναι τα δημόσια πρόσωπα ή απλοί χρήστες, εφημερίδες, οργανισμοί κλπ των οποίων λαμβάνεις τις ενημερώσεις. Ενημερώσεις σύντομες όσο και οι 140 χαρακτήρες που σου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσεις: στο Twitter όλα λέγονται κοφτά και σε ταχύτητες που δεν τις προλαβαίνεις- για την ακρίβεια, αν η πρόταση που προηγήθηκε ήταν ενημέρωση θα έπρεπε να της κόψω 19 χαρακτήρες, πριν τη δημοσιεύσω, και όσο εγώ την πληκτρολογούσα, η Γιόκο Όνο (http://twitter.com/yokoono) είχε προλάβει να παρακινήσει τους followers της να βοηθήσουν τους πληγέντες από το σεισμό στη Χιλή, 7 φορές!

Η οικονομία χρόνου, το «ζωντανό ίντερνετ» θεωρείται από πολλούς το κλειδί της επιτυχίας της συγκεκριμένης διαδικτυακής πλατφόρμας. Για να ενημερωθείς, αντί για την καθιερωμένη βόλτα στα δημοσιογραφικά sites, μπορείς απλά να επιλέξεις να «ακολουθήσεις» τους φορείς από τους οποίους προτιμάς να λαμβάνεις ειδήσεις, και να πατήσεις το Home. Εκεί, στο μισό χρόνο που θα μου έπαιρνε η πλάγια ανάγνωση μιας οποιασδήποτε σελίδας στο νετ, έμαθα σήμερα το πρωί ότι ένα λουλούδι που ο θιβετιανός μύθος λέει ότι ανθίζει κάθε 3.000 χρόνια, άνθισε κάτω απ’το πλυντήριο μιας μοναχής στην Κίνα, ότι «O σεισμός της Χιλής είναι ο 5ος μεγαλύτερος που έχει καταγραφεί απ' το 1900», και ότι αύριο απεργούν οι περιπτεράδες. Α, και ότι ο ο μικρός γιος του Χάρρυ Κλυνν είναι ίδιος ο πατέρας του αλλά αυτό μάλλον μπαίνει στην άλλη κατηγορία. Την κατηγορία που θέλει τους χρήστες του Twitter να ακολουθούν τουλάχιστον από δέκα πρόσωπα της δημοσιότητας, να αναδημοσιεύουν τακτικά τις ενημερώσεις τους (retweeting), να τους στέλνουν χρόνια πολλά στα γενέθλια τους, να τρυπώνουν στον κόσμο τους γενικώς. Όταν, για παράδειγμα, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ (http://twitter.com/DameElizabeth )μπήκε στο χειρουργείο για την καρδιά της, το συγκινητικό μήνυμα που άφησε στη σελίδα της στο Twitter “ Dear Friends, I would like to let you know before it gets in the papers that I am going into the hospital to have a procedure on my heart”, προκάλεσε τεράστιο κύμα συμπαράστασης από τους 200.000 ιντερνετικούς φίλους της, οι οποίοι, όσο να’ναι, ένιωσαν πιο σημαντικοί από τους υπόλοιπους που «απλά θα το διάβαζαν στην εφημερίδα». Από τις πιο εθισμένες-στο-Twitter φιγούρες του δημόσιου χώρου είναι ο Πάολο Κοέλιο (http://twitter.com/paulocoelho), τον οποίο κοντεύω να διαγράψω από αυτούς που ακολουθώ, γιατί με έχει κουράσει! Όποια ώρα κι αν συνδεθείς, κάτι θα έχει δημοσιεύσει, πρώτα στα ισπανικά και μετά στα αγγλικά. Έχω σοβαρές αμφιβολίες για το πότε κοιμάται. Η τελευταία του δημοσίευση (πριν 4 λεπτά), έλεγε: «Current status: write/walk/tweet to relax/write/tweet to relax/shower/walk/eat//write/tweet to relax/write/write/write/tweet to relax.» Ο Άστον Κούτσερ πάλι(http://twitter.com/aplusk),ίσως ο πιο δημοφιλής celebrity στην Twitterland ,με τα 4μιση εκατομμύρια φίλων, δε φαίνεται να μη νιώθει άνετα όταν η αγαπημένη του Ντέμι Μουρ (http://twitter.com/mrskutcher ) υπογράφει ως Κυρία Κούτσερ και τον αποκαλεί «μωρό της» μπροστά στα 2μιση εκατομμύρια δικών της φίλων. Μάλλον τα έχουν βρει στο ρομαντισμό , διότι και εκείνος μας έχει συνηθίσει σε δημοσιεύσεις τύπου «Αν δεν υπήρχε αγάπη δε θα υπήρχε τίποτα» και άλλα τέτοια ποιητικά. Πέρα από το παιχνίδι της κλειδαρότρυπας όμως, το Twitter σαν καινούριο μέσο διακίνησης της πληροφορίας έχει πετύχει ότι διαφημίζουν ματαίως ότι προσφέρουν όλα τα υπόλοιπα μέσα ενημέρωσης ανεξαιρέτως: έχει απεκδυθεί την έννοια της υποκειμενικότητας. Μέσα σε 140 χαρακτήρες ίσα που χωράει να στριμωχθεί η είδηση, χωρίς να μένει χώρος για τη γνώμη του προσώπου που τη γράφει. Όταν πρόκειται για πραγματικό γεγονός (στην Ελλάδα το έχουμε δει ήδη από τα επεισόδια το Δεκέμβρη του 2008 όπου η κινητοποίηση ήταν αστραπιαία) το Twitter το εκτοξεύει από τη μια γωνιά του πλανήτη στην άλλη ώσπου να πεις «έγινε», ακριβώς διότι δεν χαραμίζει χρόνο και χώρο για τις φιοριτούρες. Αυτό είναι τόσο σωτήριο όταν η είδηση είναι αληθινή, όσο τρομακτικό όταν η είδηση είναι ψεύτικη (τα λεγόμενα hoaxes). Όταν πριν από λίγο καιρό κάποιος αποφάσισε να αναδημοσιεύσει μια ψεύτικη είδηση, που είχε πρωτοδει το φως της δημοσιότητας το 2004 και ήθελε το Τζόνι Ντεπ νεκρό, τα updates τύπου «ΘΕΕ ΜΟΥ πέθανε ο Τζόνι Ντεπ;; οοοοχιιιι» κατέκλυσαν το Twitter, αναγκάζοντας τον ίδιο τον ηθοποιό να δηλώσει σύμφωνα με το www.mirror.co.uk “Twitter?Χαίρομαι που δε συμμετέχω σ’αυτό. Θα προτιμούσα να διαβάσω ένα βιβλίο!” και επιβαρύνοντας φυσικά την εικόνα του site.

Τέλος,όπως συμβαίνει σε όλα τα νέα social media, όποιος αποφασίζει να ακολουθήσει την εξέλιξη του, καλό θα είναι να κάνει μια μικρή έρευνα πρώτα, σε σχέση με τα οφέλη που θα αποκομίσει από αυτό και το μέτρο που μπορεί να χρειαστεί να επιβάλλει στον εαυτό του. Γιατί μπορεί ο κόσμος του Twitter να κινείται με διαστημικές ταχύτητες, αλλά το ίδιο συμβαίνει και με τον έξω κόσμο, ο οποίος εκτός από εικόνες και γραφικά μας προσφέρει ανθρώπινη παρουσία και τις μυρωδιές της άνοιξης. (Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να τονίσω πως, όταν συνειδητοποίησα ότι πέφτοντας για ύπνο, δεν άκουγα την καληνύχτα του προσώπου δίπλα μου γιατί είχα το πρόσωπο μου κολλημένο στην οθόνη του κινητού χαζεύοντας στο Twitter, έκανα να το ξαναχρησιμοποιήσω μήνες μέχρι να σιγουρευτώ ότι…. είμαι καθαρή).

Δημοσ. στο VetoMag

Ελίζα Συναδινού

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

για ποια ΑΜΕΑ μιλάς ;

Για ποια ΑΜΕΑ μου μιλάς;

Για τις ανάγκες του ρεπορτάζ, χρειάστηκαν πάνω από τέσσερις ώρες στο αναπηρικό καροτσάκι, τρεις φορές να βάλω τα κλάματα, πολύ περισσότερες να κινδυνέψω να με πατήσει αυτοκίνητο, και σχεδόν σε κάθε δεύτερη γωνία του κέντρου να φάω τα μούτρα μου. Όμως, μόλις τρία λεπτά μου πήρε, για να καταλάβω πόσο άγριο είναι για κάποιον με προβλήματα κίνησης, να αντιμετωπίσει τη ζούγκλα της Αθήνας πάνω στο αναπηρικό του αμαξίδιο. Ήταν όταν βρέθηκα ακινητοποιημένη και ανήμπορη στη μέση του δρόμου γωνία Ακαδημίας και Ομήρου, έχοντας ξεκινήσει από το ΙΚΑ στην Ακαδημίας, γιατί απλά δεν μπορούσα να περάσω απέναντι. Βλέπετε, την προσπάθεια μου να περάσω το δρόμο, σαμποτάριζαν η ανύπαρκτη διάβαση στη μία πλευρά, που ήταν τόσο απότομη που έμοιαζε περισσότερο με εμπόδιο, και η καλυμμένη από σκουπίδια διάβαση στην άλλη. Και κάπως έτσι συνεχίστηκε, από την Ακαδημίας στην Ομήρου και τη Σκουφά μέχρι και την πλατεία Κάνιγγος. Μια διαδρομή που έχει πολλές φορές χρειαστεί να κάνω, για τις πιο απλές δουλειές στο κέντρο. Αλλά αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Κάθε γωνιά και εμπόδιο. Κάθε φανάρι και αγωνία. Θα το προλάβω; Θα κατέβω το πεζοδρόμιο χωρίς να πέσω, αφού δεν υπάρχει ειδική ράμπα, θα ανέβω στο επόμενο πριν στρίψει κάποιος και με πατήσει γιατί δε βλέπει; Πως θα περάσω πάνω απ’το βουνό σκουπιδιών που καλύπτει τη διάβαση; Πως θα περάσω από εδώ που ο μάγκας με το μηχανάκι το κότσαρε ολόκληρο πάνω στο πεζοδρόμιο; Πως θα προσπεράσω το παρκαρισμένο τζιπ μπροστά στη διάβαση;
Διότι για αυτόν που κινείται πάνω στο καροτσάκι, ο Ελληναράς που έχει παρκάρει μπροστά στη διάβαση δεν είναι ακόμα ένα γαϊδούρι. Είναι αυτός που τον έχει καθυστερήσει απίστευτα από την δουλειά του, αυτός που τον έχει κάνει να νιώσει ανήμπορος καθώς δεν μπορεί να περάσει από πουθενά αλλού και οι ρημάδες οι ρόδες δεν σκαρφαλώνουν πεζοδρόμια, είναι αυτός που έχει θέσει σε κίνδυνο μέχρι και τη ζωή του, αναγκάζοντας τον να κάνει μανούβρες ανάμεσα στα αυτοκίνητα που τρέχουν σαν τρελά- και όλοι ξέρουμε πόσο προσεκτικοί είναι οι Έλληνες οδηγοί.

Καθοριστική στιγμή… όταν έφτασε η ώρα να επιβιβαστώ στο λεωφορείο. Για ποια ράμπα μιλάμε; Εδώ για να ανοίξει η πόρτα και να μπω, κινητοποιήθηκαν οι μισοί επιβάτες, όπως μπορούσε ο καθένας: άλλος κοπανούσε την πόρτα απέξω, άλλοι φώναζαν κι έκαναν νοήματα στον οδηγό, άλλοι σήκωσαν τελικά το καροτσάκι για να με βάλουν μέσα…
Τότε ήταν που έμπηξα το προαναφερθέν κλάμα. Από τη συγκίνηση. Τότε, όταν πήγε να με πατήσει ένα αυτοκίνητο γιατί δεν με είχε δει και το καροτσάκι γλιστρούσε στην κατηφόρα μπροστά του, (από το φόβο και την αίσθηση ανικανότητας), και όταν κάποιοι ηλικιωμένοι στα Εξάρχεια με βοήθησαν να ανέβω σε ένα πεζοδρόμιο όλοι μαζί. Η αλήθεια είναι ότι, όπως κατεβαίναμε προς Εξάρχεια, τα σκουπίδια αυξάνονταν, αλλά το ίδιο συνέβαινε και με την ανθρωπιά. Όσο πιο πολύ πλησιάζαμε προς την πλατεία Κάνιγγος, τόσο πιο συχνά συναντούσαμε στο δρόμο μας ανθρώπους πρόθυμους να μας βοηθήσουν. Τυχαίο ή όχι;
Όχι, η ανθρωπιά στους δρόμους της Αθήνας δεν έχει πεθάνει. Οι δρόμοι της Αθήνας πεθαίνουν κάθε μέρα τους ανθρώπους της. Δεν είναι τα σκουπίδια, δεν είναι τα παρκαρισμένα. Είναι ότι σε διώχνουν μακριά, όλα, συνεχώς. Σε πληγώνουν. Σου στερούν την αξιοπρέπεια σου. Είτε κινείσαι με καροτσάκι και αγωνιάς για το τι σε περιμένει στο τέλος του δρόμου, είτε παρκάρεις το αυτοκινητάκι σου και ούτε που προσέχεις τη διάβαση. Δε βαριέσαι; Όχι δε βαριέσαι. Δε βαριέμαι. Δεν πρέπει να βαριόμαστε.
Ps. Διαβάστε για τα νομικά δικαιώματα των αναπήρων στο
http://www.disabled.gr/lib/?p=7504

δημοσιεύτηκε στο VetoMag στις 25.12.08
Ελίζα Συναδινού esinadinou@eveto.gr

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

booze ούκι


Βρεθήκαμε στο κέντρο που εμφανίζονται ο Δημήτρης Μητροπάνος και η Πέγκυ Ζήνα και ανατρέψαμε τις προκαταλήψεις μας για τα μπουζούκια

Η πρώτη μου επιλογή το βράδυ μιας κουρασμένης Παρασκευής δεν ήταν σίγουρα τα μπουζούκια. Η τελευταία φορά που είχα ακούσει το Δημήτρη Μητροπάνο ήταν τότε που είχε καεί το Καλλιμάρμαρο όταν βγήκε εκείνος και μόνο εκείνος, ανάμεσα στα μεγάλα ονόματα που παρέλασαν το ίδιο βράδυ. Τότε που με είχε κάνει να κλάψω σα να μην υπάρχει αύριο. Όσο κι αν τον αγαπώ όμως, κι όση περιέργεια κι αν θα μπορούσα να έχω για να δω πως είναι η Πέγκυ Ζήνα στη σκηνή (όλοι έλεγαν ότι θα εκπλαγώ), μια προκατάληψη την είχα για να πω την αλήθεια. Λάθος.
Κατά τις 11 παρά που φτάνω στην Ιερά Οδό, ο κόσμος έχει ήδη σχηματίσει ουρά, η οποία από μόνη της πρέπει να έχει ξοδέψει τόση λακ όση κι ένα κομμωτήριο σε μια βδομάδα. Το dress code για τις γυναίκες περιλαμβάνει φορέματα με κορδόνια, animal print λεπτομέρειες και πολύ -μα πολύ-στρας. Ανεβαίνοντας στα καμαρίνια, αναρωτιέμαι από πού ψωνίζουν κι αν έχω κάνει κάτι λάθος που δεν έβαλα εκείνο το φόρεμα που είχα αγοράσει για ένα γάμο. Το ξεχνάω μπαίνοντας στα καμαρίνια των μουσικών, που χωρίζονται με μια επιγραφή σε καπνιζόντων και μη (!). Οι μη καπνίζοντες κάνουν πρόβα με τα μπουζούκια τους, ενώ οι προχωρημένοι θεριακλήδες είναι μαζεμένοι πάνω από ένα laptop και παίζουν Farmville στο Facebook. Στο χώρο του Δημήτρη Μητροπάνου, σνομπάρω την εντυπωσιακή πολυθρόνα που θυμίζει κορμό δέντρου και το μάτι μου πέφτει στην κολλημένη στην πόρτα φωτογραφία: εκείνος χαμογελαστός, και η γυναίκα του Βένια του δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. Ένα φιλί που του χαρίζει πάντα, δευτερόλεπτα πριν βγει στη σκηνή, κάθε βράδυ, κάθε φορά που έρχεται η σειρά του να τραγουδήσει. Ο ίδιος κάθεται σε μια καρέκλα και κοιτάζει σεμνός και σκεφτικός το τσιγάρο, που αρνείται πεισματικά να κόψει. Ήρεμος. Μόνη ανησυχία του, να μην αργήσουν να βγουν στη σκηνή, καθώς η Πέγκυ Ζήνα, ταλαιπωρημένη από κάποιο συνάχι, κάνει ασκήσεις για τη φωνή της. Στις 11: 29 τελειώνουν οι ασκήσεις, στις 11:30 έχουν βγει στη σκηνή για το πρώτο τους τραγούδι. Την παρακολουθώ λαμπερή: πόσοι από τους 2.000 ανθρώπους που βλέπουν την ίδια εικόνα με μένα έστω υποψιάζονται ότι πριν 30 δευτερόλεπτα αυτή η εντυπωσιακή παρουσία «έκανε τα ανεβάσματά της» σα μαθήτρια σε ωδείο; Δεν προλαβαίνει να τελειώσει το πρώτο τραγούδι, οι λουλουδούδες μαζεύονται στη σκάλα σαν μπαλέτο και όλες μαζί κατευθύνονται προς τη σκηνή. Οι τραγουδιστές ευχαριστούν με ένα νεύμα τους σπόνσορες με τα λέλουδα και συνεχίζουν . Όταν τελειώνει το πρώτο μέρος βρίσκομαι ξανά στο καμαρίνι του Δημήτρη Μητροπάνου. Για τα επόμενα τρία τέταρτα που τον έχω απέναντι μου,δεν θέλω να τον ρωτήσω τίποτα. Το μόνο που νιώθω την ανάγκη να του πω, είναι ευχαριστώ, για αυτό το μαγικό τρέμουλο που μου χάρισε. Τον παρακολουθώ να αστειεύεται, να γελάει, να σιωπεί, να δένει τη γραβάττα του και ξεσκονίζω το λεξιλόγιο συναισθημάτων μου, για να περιγράψω κάπως αυτό που ένιωσα, να το πω κι εγώ όπως σίγουρα το έχουν πει τόσοι και τόσοι πριν από μένα. Όμως όσο κι αν ψάχνω, δεν μπορώ να βρω μια λέξη που να τα χωράει όλα μέσα, να μην αδικεί τίποτα. Το δεύτερο δικό του μέρος είναι συγκλονιστικό.
όμως δεν έχω πει ακόμα το αντίο
άκου, ακόμα ζω
Είμαι φωτιά κεραυνός και αστραπή
η καταιγίδα που φέρνει βροχή
είμαι ένας ήχος που ζει στη σιωπή
άκου, έχω φωνή

Τραγουδάει, σφίγγεται, φωνάζει, η φωνή του ξεσκίζει και το τελευταίο σου κύτταρο και κάνει το μεδούλι σου να τρέμει, σηκώνει την κάθε τρίχα σου να βαρέσει προσοχή. Ακόμα και να μη σε τρώει καημός, τον ζωντανεύει, σου ξεγυμνώνει ό,τι έχεις μέσα σου και στο φέρνει απέναντι σου, να αντιπαρατεθείς μαζί του. Όταν, δε,έρχεται η στιγμή του πολυαναμενώμενου ζειμπέκικου στη «Ρόζα», το μαγαζί καίγεται. Νομίζεις ότι θα πέσει το πάνω διάζωμα να σε πλακώσει. Καληνυχτίζει σεμνά, πνιγμένος σε λουλούδια και αλαλαγμούς λατρείας. Η ώρα κοντεύει τρεις κι αρχίζουν να φεύγουν οι πρώτοι αναψοκοκκινισμένοι, με τις γραβάτες και τα τσιγάρα στα χέρια. Είχα στο μυαλό μου να ρωτήσω την Πέγκυ Ζήνα αν ένιωσε έστω στην αρχή κάποια υποψία φόβου, μπροστά στη συνεργασία με τον τεράστιο όγκο του Μητροπάνου. Με το που όρμηξε σαν αγρίμι στη σκηνή όμως στο δεύτερο μέρος της (την πρώτη φορά που ήταν μόνη της στη σκηνή εγώ σουλάτσαρα μπακστέιτζ) και δημιούργησε πανικό, το κατάπια. Λοιπόν, για όσους λένε τη γνώμη τους χωρίς να την έχουν δει ζωντανά, θα πω το εξής: η Πέγκυ Ζήνα έχει από τις καλύτερες σκηνικές παρουσίες που έχουν πέσει στην αντίληψη μου. Έβερ. Είναι ο άνθρωπος-πολυμηχανή: χορεύοντας, τραγουδώντας και χαμογελώντας ασταμάτητα, φωτογραφίζεται, ακούει τι της λένε οι λουλουδούδες και οι άνθρωποι του μαγαζιού, απευθύνεται σε κάθε μέρος του κοινού ξεχωριστά, τριγυρνάει στην πλατεία και αγκαλιάζει όλο τον κόσμο, ξεσηκώνει με το χορό της την αρένα. Της βγάζω το καπέλο, και φυσικά δεν μπόρεσα να μη τη ρωτήσω, πώς αντέχει τόσες ώρες να ανταγωνίζεται το λαγουδάκι της διαφήμισης. «Έλα ντε…». Και πως νιώθει, 5 η ώρα το πρωί, όταν έχει μόλις ολοκληρώσει το τρέξιμο που περιέγραψα και πρόκειται να υπογράφει αυτόγραφα μέχρι τις 6; «Εξαντλημένη, ευτυχισμένη, πλήρης.». Αυτή μάλλον είναι η απάντηση και στην πρώτη ερώτηση.
Υποσημείωση: φίλε καπνιστή, θα μπορούσες να ακούς το «όσοι με το χάρο γίναν φίλοι, με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη» άκαπνος; Όχι βέβαια. Μη σε ξεγελάει η απαγόρευση, μπορείς να καπνίσεις, απλώς οι στάχτες ρίχνονται σε γυάλινο ποτήρι που αλλάζουν τακτικά οι σερβιτόροι. Σο σιμπλ.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό VetoMag την Κυριακή 22.10.2009

Ελίζα Συναδινού

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

βαρεμάρας συνέχεια


10 ιδέες για το πως να διασκεδάσεις τις ατελείωτες ώρες στα μέσα μεταφοράς

1. Όταν μπαίνει καινούριος επιβάτης, αγκάλιασε τον ζεστά, χαμογέλασε και πες σαρδόνια: καλωσήρθες στην κούρσα του τρόμου.
2. Κάνε στριπτίζ στον στύλο του μετρό.
3. Κάνε χώρο για τον φανταστικό σου φίλο. Όταν κάποιος πάει να κάτσει, φώναξε: θα τον λιώσεις! Μα καλά, στραβός είσαι; Μετά, ρώτα γλυκά το κάθισμα: πόνεσες καλέ μου;
4. Κάτσε δίπλα στον οδηγό και κάθε πέντε λεπτά ρώτα: φτάνουμε; Φτάνουμε;
5. Εναλλακτικά, κάτσε δίπλα στον οδηγό και ρώτα: πόση ώρα θέλουμε για Λάρισα;
6. Όταν έχεις γενέθλια, κέρασε όλους τους επιβάτες γλυκό. Αν κάποιος δεν θέλει, ξέσπασε σε δυνατούς λυγμούς επειδή κανένας δεν σ’αγαπάει. Αυτοσχεδίασε κι άλλα παράπονα, πχ, δε φτάνει που σε λίγο θα αρχίσω να βγάζω ρυτίδες, κανείς δεν τρώει απ’το γλυκό μου κλπ.
7. Τραγούδησε γιαπωνέζικα τραγούδια.
8. Απευθύνσου στο διπλανό σου σε μια γλώσσα που δεν υπάρχει. Όταν δεν καταλαβαίνει τι λες, πες το φωναχτά στο αυτί του σα να είναι κουφός.
9. Προσπάθησε να πείσεις τους άλλους επιβάτες να παίξετε μουσικές καρέκλες.
10. Πέτα εισιτήρια και περιτυλίγματα από τσίχλες σε όλα τα ενοχλητικά παιδάκια που κλαίνε. Μετά, σφύριξε αδιάφορα αλλά επιδεικτικά κοιτώντας έξω απ’το παράθυρο.

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Ο δήμος πήρε τ'όπλο του


Όπου όπλο τα γλιστερά ανισόπεδα και ύπουλα οδοστρώματα και πεζοδρόμια γνωστά και ως σιγανά ποταμάκια. Σιγανά ποταμάκια, καθότι σε τέτοια μετατρέπονται κάθε φορά που βρέχει. Άλλο ένα υποχθόνιο σχέδιο του δυστροποπίξ, του αγαπημένου μας μύκητα Κακλαμάνη, για να χτυπήσει την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ . Αυτή τη φορά, μέσω της υπουργού υγείας Μαριλίζας Ξυνομουνογιαννακοπούλου. Διότι σου λέει, με αυτά τα συστήματα τα χαλασμένα στα πλακάκια, όπου πατάς στο ένα πλακάκι και χοροπηδάει το διπλανό για συμπαράσταση, έχει γεμίσει ο τόπος σακατεμένους Αθηναίους. Και όχι μόνο ο τόπος αλλά και τα δημόσια νοσοκομεία ή αλλιώς κέντρα υποδοχής και περίθαλψης της εγχώριας καστανόξανθης κατσαρίδας. Κι έτσι δεν φτάνουν τα ράντζα για το σακατεμένο πλήθος,και διαμαρτύρεται ο κόσμος που τριγυρνάει από εδώ κι από εκεί με την πατερίτσα αγκαλιά, και δυσχεραίνει το κλίμα για τους μπαζόκους. Πονηρός ο κοντός.
Έτσι την έπαθα κι εγώ, και με την αυτοκρατορική τούμπα του βασιλιά (το πόδι ψηλά στον ουρανό-η πλάτη χαμηλά κατευθείαν στον πάτο της λίμνης από βροχόνερα) καλοσώρισα την καινούρια βδομάδα, και αποχαιρετώ με μυθική απορία κυρίας στο λεωφορείο:
-Μα καλά, είναι δυνατόν να βρέχει του Αγίου Δημητρίου;; (;)

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

...from where i stand, the sun is shining all over the place


Όταν βρέχει κατά κύριο λόγο σκέφτομαι αηδίες. Δεν ξέρω τι με ανησυχεί περισσότερο. Ότι σκέφτομαι ή ότι σκέφτομαι αηδίες. Μάλλον κ τα δυο.
Αναρωτιέμαι γιατί δεν απαγορεύεται η βροχή τον Οκτώβρη. Και το Νοέμβρη.
Να περνάμε κατευθείαν στο part με τα χιόνια, τα Χριστούγεννα και τα δώρα, το Δεκέμβρη. Στεγνοί. Από βροχή εννοώ. Γιατί από λεφτά στεγνοί είμαστε έτσι κι αλλιώς.
Επίσης αναρωτιέμαι γιατί δεν μπουζουριάζονται ως μανιοκαταθλιπτικοί όλοι αυτοί που λένε ότι γουστάρουν να βρέχει. Να κλειστούν σε κανένα ίδρυμα υπαίθριο να πλατσουρίζουν κ να τη βρίσκουν μεταξύ τους κ να αφήσουν εμάς να καθόμαστε κάτω από τα υπόστεγα .
Α, και αφού τους αρέσει να (τους) βρέχει ας μην ξανακρατήσουν ομπρέλα γιατί δημιουργείται συνωστισμός. Ειδικά άμα είναι κοντοί. (λένε και κανένα συγνώμη, ακόμα με πονάει το μάτι μου , ύπουλη καψαλιάρα κοντή μούτζα, με τη μούφα μπέρμπερι ομπρέλα στη στάση Πανεπιστήμιο σήμερα το πρωί )
Δεν λέω ότι είναι άσχημο να είσαι μέσα και να βλέπεις τη βροχή. Ειδικά εάν δεν διπλασιαζόταν η κίνηση, δεν βρέχονταν τα καινούρια μου παπούτσια και δεν πονούσαν τα κόκαλα μου (έχω εισχωρήσει από τώρα στο συναίσθημα από αλληλεγγύη στον μεσήλικα εαυτό μου) θα τη γούσταρα κι εγώ. Α, κι αν δεν υπήρχε αυτή η γκρι κουρτίνα πάνω απτο κεφάλι μας συνέχεια και δεν ήταν όλοι τόσο μα τόσο μουρτζούφληδες.
Πράγμα εξίσου ηλίθιο. Γιατί εντάξει, ας πούμε ότι ξυπνάς κι έχεις να αντιμετωπίσεις τη μουντίλα. Δυσάρεστο. Και κρυώνεις. Δυσάρεστο. Ε με το να έχεις μούτρα και να γκρινιάζεις όλη μέρα (πιο δυσάρεστο) , ο ήλιος δεν θα βγεί.
Σκέφτομαι επίσης(το παράκανα σήμερα) πόσα τραγούδια έχουν γραφτεί για τη βροχή. Με πιο της μόδας αυτές τις μέρες, το Singing in the rain, απτην ομότιτλή παράσταση που παρουσιάζεται στο θέατρο Bandminton, όπως ευγενικά με πληροφόρησε το εξώφυλλο της σημερινής (χτεσινής;γουατέβερ) Faq.
Ε δεν μπορεί να είναι τόσο άσχημη τελικά. Όπως λένε κ οι στίχοι, the sun's in my heart. Άντε και καλό χείμώνα.