Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

let (s) go


Η ολοκαίνουρια μου υπόσταση, που προέκυψε μάλλον απο την εξαίσια χημική ένωση καφείνης-νικοτίνης, κουνάει νευρικά το πόδι της, χτυπώντας δύο η ώρα το μεσημέρι την συμπαθητική καρέκλα του Φίλιον. Με βλέπεις; Ρωτάω το Λεό, κοιτάζοντας τον εξεταστικά πίσω απο τα υπερμεγέθη μωβ γυαλιά μου. Όχι, λέει εκείνος, κοιτάζοντας τα γυαλιά ηλίου μάλλον(αφού δε βλέπει τα μάτια μου). Καλύτερα, σκέφτομαι.

Παρόλο που έχω φάει και κοιμηθεί ελάχιστα, το σφίξιμο στο στομάχι σα να στέλνει σήματα ενέργειας σε όλο μου το σώμα, και καθώς εξασκώ το γνωστό κούνημα του ποδιού στο οποίο έχω γίνει εξπέρ, προσπαθώντας να τη διαχειριστώ, κάποιος απο το διπλανό τραπέζι φωνάζει επίμονα το φίλο του απο το απέναντι πεζοδρόμιο. Αμάν. Την επόμενη φορά θα πρέπει να θυμηθώ να μπλέξω με κάποιον Αναξίμανδρο ή Αναξαγόρα, άντε και Προτεσίλαο, για να γλιτώσω μελλοντικά παρόμοια, πολύ χαριτωμένα στιγμιότυπα.
-Πώς σε λένε; Κώστα, Γιώργο, Γιάννη; Cut.

Κλείνω τα μάτια και οραματίζομαι οτι η γραμμή που ενώνει το γαλάζιο ταμπελάκι που γραφει ΟΔΟΣ ΣΚΟΥΦΑ/SKOUFA, με το μπλε ταμπελάκι που γράφει ΑΠΟ 45--> 43, είναι η γραμμή του ορίζοντα, που όλο εξαπλώνεται, και ενώνει στην πραγματικότητα το γαλάζιο του ουρανού με το μπλε της θάλασσας.
Ηρεμώ.
Κάποιος φωνάζει "Καπετάνιε!!"(μα καλά, από πότε οι κρυφές μου σκέψεις άρχισαν να υπνωτίζουν άσχετους αγνώστους;) και ένα σκουπιδιάρικο σαλπάρει με χάρη πάνω στο τσιμέντο. Ώρα να πηγαίνουμε. Όπως λέει κι ένας φίλος, η μόνη διέξοδος είναι η θάλασσα. Κι εκεί, όπως λέω εγώ, μπορούμε να φτάσουμε.